ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ 2003:
-Καλά, ο τύπος δεν παίζεται!
Από την κουζίνα άρχισε να ακούγεται ο απελπισμένος ήχος του ψητού της κατσαρόλας που εκλιπαρεί "καίγομαι, έλα να με σώσεις", εντελώς δικαιολογημένα μιας και επί τρία τέταρτα τώρα η Ιουλία (κατά κόσμον Τζούλια), μονοπωλούσε στο τηλέφωνο την προσοχή και την... υπομονή μου. Μία νύχτα ερωτικής κραιπάλης με νέο πρωταγωνιστή, ξαναζούσε στ' αυτιά μου με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια.
- Δώσε μου τρία λεπτά μόνο να σβήσω το φαγητό...
Αν είχε αυτή η συσκευή τη δυνατότητα να μαγνητοφωνεί τις συνομιλίες μας και να σχολιάζει ό,τι λέμε, σίγουρα θα μας σκυλοβριζε κάθε τρείς και λίγο γιά το μαρτύριο που την υποβάλουμε. Γιατί σήμερα είναι η Ιουλία, χτες ήμουν εγώ κι αυτό το βιολί συνεχίζεται εδώ και πολλά χρόνια.
- Κοίτα, στο κρεββάτι είναι απίστευτος, αλλά κατά τ' άλλα πρέπει να είναι πολύ μαλάκας ο άνθρωπος.
Μα ένας δεν έχει περάσει από τη ζωή και το κρεββάτι μας που να μην έχει καταχωρηθεί στο συρταράκι με την ετικέττα "μαλάκας"... Παντρεμένες το πάλαι ποτέ και οι δυό, χωρισμένες και αρνούμενες από τότε να "ξαναφτιάξουμε" τη ζωή μας σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνει στον όρο ο πολύς κόσμος, κι έχοντας παιδιά που στην τελική είναι τα μόνα πλάσματα που λατρεύουμε ως έχουν πάνω σ' αυτόν τον πλανήτη! .
- Ρε συ, μ' όλους αυτούς τους μαλάκες, θα έχουμε να λέμε ιστορίες στα ΚΑΠΗ όταν θα είμαστε ογδόντα χρονών, ξέσπασε σε γέλια η Ιουλία. -Ναι καλά, στα ογδόντα μας, θα έχουμε κι οι δυό αλτσχάϊμερ και δεν θα θυμόμαστε ούτε τι φάγαμε το μεσημέρι, όχι με ποιούς βγάζαμε τα μάτια μας!
-Τότε να κρατάμε ημερολόγιο! Με πλήρεις περιγραφές και χρονολογίες! Φαντάσου ρε τι γέλια θα κάνουμε, θα είμαστε οι μόνες χαρούμενες γριές στο ίδρυμα!
-Αμέ! και θα πεθάνουμε μιά μέρα, θα βρούνε τα ημερολόγια τα παιδιά μας και θα σου πω εγώ τι γέλια θα κάνουνε μόλις τα διαβάσουν! Πάει η υστεροφημία μας...
-Και δεν αλλάζουμε τα ονόματα; Δεν θα βάλουμε τα δικά μας, αλλά δύο άσχετα. Αντί Ιουλία, Νατάσσα ας πούμε, και αντί Φανή, Μαργαρίτα, έλα ρε, θα έχει πλάκα!
Κοίτα που το σκέφτομαι κι όλας. Μαργαρίτα... μ' αρέσει....
Ένα ημερολόγιο με όλες τις προσπάθειες μας (όσες θυμόμαστε κι όσες ακολουθήσουν) να ξεχωρίσουμε τον "τέλειο άντρα" από τον ατέλειωτο σωρό των προβληματικών, με όλα τα ευτράπελα, όλες τις εκπλήξεις, την πλάκα και τις απογοητεύσεις τους. Δύο ανύπαρκτες θα διασώσουν τις μνήμες μας και θα νοστιμίσουν τα γιαούρτια και τις σούπες του γηροκομείου!
-Γιατί όχι; Σήμερα κι όλας το αρχίζω. Θα έρθω γιά καφέ αργότερα. Έφτιαξα και σοκολατάκια τρουφάκια, θα φέρω να τα τσακίσουμε!
2040:
Πυκνογραμμένες σελίδες, σ' ένα τετράδιο με σκληρό εξώφυλλο, τις διαβάζω και απορώ με δύο πράγματα. Πως βρέθηκε στη ζωή μου αυτή η γυναίκα και πως ήταν. Καθόλου δεν με βοηθάει η μνήμη μου.
-Βρε Ιουλία, μήπως η Μαργαρίτα ήταν καμμιά από τις συναδέλφους σου;
Αποκλείεται, ούτε μπορώ να την φέρω στο νού μου, ούτε το όνομά της μου λέει κάτι. Μάλλον φίλη της Νατάσσας θα ήταν.
-Καλά, μήπως θυμάμαι και την Νατάσσα; Εδώ την έχεις ξεχάσει εσύ που ήταν δική σου φίλη.
-Πολύ αμφιβάλλω... αυτή ήταν εντελώς ξεδιάντροπη παιδάκι μου, φίλη αυτή; αποκλείεται. Διαβάζω και ντρέπομαι εγώ γιά πάρτη της.
Μεγέθη, χρώματα, τεχνικές, φράσεις και διαδικασίες, είναι αλήθεια ότι περιγράφονται και στα δύο ημερολόγια, με τόση γλαφυρότητα που μ' έχει επανηλειμένα σοκάρει από τότε που άρχισα να διαβάζω. Αλλά ένας θεός ξέρει τι συγκυρίες είχαν φέρει στο δρόμο μας αυτές τις δυό γυναίκες που αν μη τι άλλο είχαν φάει τη ζωή με το κουτάλι απ' ότι φαίνεται, και που ενώ οι ζωές τους μας είχαν εντυπωσιάσει τόσο ώστε να κρατάμε ημερολόγιο με τις περιπέτειές τους και τις διηγήσεις του, παρ' όλα αυτά καμμιά μας δεν τις θυμάται.
Ένας άλυτος γρίφος η ύπαρξή τους, που το μυαλό μας αδυνατεί να λύσει και έχει παρατήσει κάθε προσπάθεια να το πετύχει, εδώ και αρκετό καιρό. Γιά να πώ τη μαύρη αλήθεια, το μυαλό μας αδυνατεί να λύσει γενικώς, όπως επίσης να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν απλές, καθημερινές λειτουργίες, όπως γιά παράδειγμα: πόση ώρα με περίμενες; η : σε πήρε ο γιός σου τηλέφωνο; αλλά ας μη το κάνουμε θέμα. Η Μαργαρίτα και η Νατάσσα υπήρξαν στη ζωή μας, όσο κι αν αυτό θεωρώ ότι δεν μας κολακεύει και ιδιαίτερα.
-Πάντως κάπου τις λυπάμαι, όλο με μαλάκες μπλέκανε. Έναν σωστό και φυσιολογικό άντρα δεν συνάντησαν!
-Δεν ξέρω Ιουλία... η άτυχες, η εύκολες...
Μπορεί να ήταν κι εύκολες. Γιατί όχι; Από δοκιμή σε δοκιμή, από κρεββάτι σε κρεββάτι... κι όλος αυτός ο σαρκασμός γι' αυτά που ζούσαν... Άτυχες, εύκολες, απελπισμένες; Αναρωτιέμαι αν μας πρόσφεραν ποτέ κάτι, η αν καταφέραμε εμείς να τους προσφέρουμε. Και που να βρίσκονται τώρα...
Οι αναφορές στη Νατάσσα σταματάνε όταν όπως έχω σημειωμένο, μπήκε στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό. Η Ιουλία πάλι λέει κάπου προς το τέλος του δικού της -έχοντας αφήσει ένα κενό περίπου δύο χρόνων- , ότι η Μαργαρίτα έφυγε γιά ένα ταξίδι στην Αμερική και δεν ξανάγραψε πιά τίποτα γι αυτήν.
Καταραμένο μυαλό! Μόνο τα πολύ παιδικά μου χρόνια θυμάται πεντακάθαρα κι εκεί δεν υπάρχουν απορίες για να μου τις λύσει!!!
-Ιουλία, έρχεται ο γιός σου!
Ο δικός μου δεν έρχεται συχνά. Ταξιδεύει πολλές φορές το χρόνο στην Αμερική και μερικές φορές περνάνε και δύο μήνες ανάμεσα στις επισκέψεις του. Της Ιουλίας έρχεται πολύ συχνά, σχεδόν μέρα παρά μέρα και πάντα φέρνει κι ένα κουτάκι με σοκολατάκια που μέχρι να ξανάρθει το τσακίζουμε με την Ιουλία.
2046:
... Γιατί ρε Ιουλία έπρεπε να φύγεις πρώτη; Δεν με άφησαν ούτε στην κηδεία σου να έρθω. Λένε ότι το λιγοστό μυαλό που μου είχε απομείνει, το έχασα κι αυτό. Δεν είναι αλήθεια. Εσένα σε θυμάμαι... Έ δωσα στο γιό σου το ημερολόγιό σου. Έρχεται συχνά και με βλέπει. Πολύ καλό παιδί....
2048:
Δέσιμο με τη φούστα της -με την κλασσική έννοια της φράσης-, ποτέ δεν είχε ο Στάθης. Νωρίς κόπηκε ο ομφάλιος λώρος, αφού η Αμερική μόλις τον σπούδασε, του χάρισε και το αμερικάνικο όνειρο, προσφέροντάς του μόνιμη συνεργασία στον χώρο της έρευνας, μέσω του μεγαλύτερου πανεπιστημίου της χώρας. Το άλλο δέσιμο όμως, αυτό που τώρα άφηνε τα δάκρυα να ακολουθούν το δικό τους δρόμο στο πρόσωπό του, δεν κατάφερε ποτέ να το κόψει.
Δεν την έβλεπε συχνά, ήξερε όμως πως ΗΤΑΝ εκεί κι η γνώση της ύπαρξής της, τον γαλήνευε πάντα στις ώρες της καταχνιάς. Τώρα; Περίεργο, αλλά ενώ η πραγματικότητα άλλα του έλεγε, αυτό το "ακαθόριστο" μέσα του, έννοιωθε την παρουσία της γύρω του, όπως πάντα. Α ρε μάνα, πάντα το έλεγες και μάλλον το έκανες: Πάντα δίπλα σου μωρό μου!
Η Φανή ήταν ικανή να λαδώσει και τον Αγιο Πέτρο γιά να πετύχει το σκοπό της... να είναι πάντα ΕΚΕΙ...
Σε τέσσερεις ώρες πέταγε γιά Αμερική και αυτές τις τελευταίες ώρες, επέλεξε να τις περάσει με τον Αλέκο, φίλο παιδικό, γιό της Ιουλίας, κολλητής της μάνας του. Μαζί μεγάλωσαν κι ενώ οι δρόμοι τους διαφοροποιήθηκαν, η φιλία τους παρέμεινε ανέπαφη.
Το ένα λεπτό έτρωγε το άλλο, καθώς μνήμες χόρευαν γύρω από το τραπεζάκι ανάμεσά τους, γεμάτο αποτσίγαρα και μπύρες. Όλη η προσφορά των μανάδων τους, ο συναισθηματικός τους κόσμος, ο σεβασμός και η εκτίμηση των άλλων γι αυτές, πέρασαν σαν ταινία μέσα στο ευρύχωρο σαλόνι της σουίτας του Στάθη.
- Όταν πέθανε η μάνα μου, η Φανή μου έδωσε το ημερολόγιό της, είπε κάποια στιγμή ο Αλέκος.
- Κι η δικιά μου κρατούσε ένα, ψιθύρισε ο Στάθης, μου το έδωσαν από το ίδρυμα...
- Καλά, είχες γνωρίσει ποτέ εσύ αυτές τις φίλες τους, την Μαργαρίτα και τη Νατάσσα; Εγώ ανακάλυψα την ύπαρξή τους όταν διάβασα το ημερολόγιο.
- Μα, ποτέ! Αλλά μάλλον μπορώ να καταλάβω γιατί τις κράτησαν μακρυά μας. Μεγάλες πουτάνες οι κυρίες!!!!!
-Καλά, ο τύπος δεν παίζεται!
Από την κουζίνα άρχισε να ακούγεται ο απελπισμένος ήχος του ψητού της κατσαρόλας που εκλιπαρεί "καίγομαι, έλα να με σώσεις", εντελώς δικαιολογημένα μιας και επί τρία τέταρτα τώρα η Ιουλία (κατά κόσμον Τζούλια), μονοπωλούσε στο τηλέφωνο την προσοχή και την... υπομονή μου. Μία νύχτα ερωτικής κραιπάλης με νέο πρωταγωνιστή, ξαναζούσε στ' αυτιά μου με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια.
- Δώσε μου τρία λεπτά μόνο να σβήσω το φαγητό...
Αν είχε αυτή η συσκευή τη δυνατότητα να μαγνητοφωνεί τις συνομιλίες μας και να σχολιάζει ό,τι λέμε, σίγουρα θα μας σκυλοβριζε κάθε τρείς και λίγο γιά το μαρτύριο που την υποβάλουμε. Γιατί σήμερα είναι η Ιουλία, χτες ήμουν εγώ κι αυτό το βιολί συνεχίζεται εδώ και πολλά χρόνια.
- Κοίτα, στο κρεββάτι είναι απίστευτος, αλλά κατά τ' άλλα πρέπει να είναι πολύ μαλάκας ο άνθρωπος.
Μα ένας δεν έχει περάσει από τη ζωή και το κρεββάτι μας που να μην έχει καταχωρηθεί στο συρταράκι με την ετικέττα "μαλάκας"... Παντρεμένες το πάλαι ποτέ και οι δυό, χωρισμένες και αρνούμενες από τότε να "ξαναφτιάξουμε" τη ζωή μας σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνει στον όρο ο πολύς κόσμος, κι έχοντας παιδιά που στην τελική είναι τα μόνα πλάσματα που λατρεύουμε ως έχουν πάνω σ' αυτόν τον πλανήτη! .
- Ρε συ, μ' όλους αυτούς τους μαλάκες, θα έχουμε να λέμε ιστορίες στα ΚΑΠΗ όταν θα είμαστε ογδόντα χρονών, ξέσπασε σε γέλια η Ιουλία. -Ναι καλά, στα ογδόντα μας, θα έχουμε κι οι δυό αλτσχάϊμερ και δεν θα θυμόμαστε ούτε τι φάγαμε το μεσημέρι, όχι με ποιούς βγάζαμε τα μάτια μας!
-Τότε να κρατάμε ημερολόγιο! Με πλήρεις περιγραφές και χρονολογίες! Φαντάσου ρε τι γέλια θα κάνουμε, θα είμαστε οι μόνες χαρούμενες γριές στο ίδρυμα!
-Αμέ! και θα πεθάνουμε μιά μέρα, θα βρούνε τα ημερολόγια τα παιδιά μας και θα σου πω εγώ τι γέλια θα κάνουνε μόλις τα διαβάσουν! Πάει η υστεροφημία μας...
-Και δεν αλλάζουμε τα ονόματα; Δεν θα βάλουμε τα δικά μας, αλλά δύο άσχετα. Αντί Ιουλία, Νατάσσα ας πούμε, και αντί Φανή, Μαργαρίτα, έλα ρε, θα έχει πλάκα!
Κοίτα που το σκέφτομαι κι όλας. Μαργαρίτα... μ' αρέσει....
Ένα ημερολόγιο με όλες τις προσπάθειες μας (όσες θυμόμαστε κι όσες ακολουθήσουν) να ξεχωρίσουμε τον "τέλειο άντρα" από τον ατέλειωτο σωρό των προβληματικών, με όλα τα ευτράπελα, όλες τις εκπλήξεις, την πλάκα και τις απογοητεύσεις τους. Δύο ανύπαρκτες θα διασώσουν τις μνήμες μας και θα νοστιμίσουν τα γιαούρτια και τις σούπες του γηροκομείου!
-Γιατί όχι; Σήμερα κι όλας το αρχίζω. Θα έρθω γιά καφέ αργότερα. Έφτιαξα και σοκολατάκια τρουφάκια, θα φέρω να τα τσακίσουμε!
2040:
Πυκνογραμμένες σελίδες, σ' ένα τετράδιο με σκληρό εξώφυλλο, τις διαβάζω και απορώ με δύο πράγματα. Πως βρέθηκε στη ζωή μου αυτή η γυναίκα και πως ήταν. Καθόλου δεν με βοηθάει η μνήμη μου.
-Βρε Ιουλία, μήπως η Μαργαρίτα ήταν καμμιά από τις συναδέλφους σου;
Αποκλείεται, ούτε μπορώ να την φέρω στο νού μου, ούτε το όνομά της μου λέει κάτι. Μάλλον φίλη της Νατάσσας θα ήταν.
-Καλά, μήπως θυμάμαι και την Νατάσσα; Εδώ την έχεις ξεχάσει εσύ που ήταν δική σου φίλη.
-Πολύ αμφιβάλλω... αυτή ήταν εντελώς ξεδιάντροπη παιδάκι μου, φίλη αυτή; αποκλείεται. Διαβάζω και ντρέπομαι εγώ γιά πάρτη της.
Μεγέθη, χρώματα, τεχνικές, φράσεις και διαδικασίες, είναι αλήθεια ότι περιγράφονται και στα δύο ημερολόγια, με τόση γλαφυρότητα που μ' έχει επανηλειμένα σοκάρει από τότε που άρχισα να διαβάζω. Αλλά ένας θεός ξέρει τι συγκυρίες είχαν φέρει στο δρόμο μας αυτές τις δυό γυναίκες που αν μη τι άλλο είχαν φάει τη ζωή με το κουτάλι απ' ότι φαίνεται, και που ενώ οι ζωές τους μας είχαν εντυπωσιάσει τόσο ώστε να κρατάμε ημερολόγιο με τις περιπέτειές τους και τις διηγήσεις του, παρ' όλα αυτά καμμιά μας δεν τις θυμάται.
Ένας άλυτος γρίφος η ύπαρξή τους, που το μυαλό μας αδυνατεί να λύσει και έχει παρατήσει κάθε προσπάθεια να το πετύχει, εδώ και αρκετό καιρό. Γιά να πώ τη μαύρη αλήθεια, το μυαλό μας αδυνατεί να λύσει γενικώς, όπως επίσης να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν απλές, καθημερινές λειτουργίες, όπως γιά παράδειγμα: πόση ώρα με περίμενες; η : σε πήρε ο γιός σου τηλέφωνο; αλλά ας μη το κάνουμε θέμα. Η Μαργαρίτα και η Νατάσσα υπήρξαν στη ζωή μας, όσο κι αν αυτό θεωρώ ότι δεν μας κολακεύει και ιδιαίτερα.
-Πάντως κάπου τις λυπάμαι, όλο με μαλάκες μπλέκανε. Έναν σωστό και φυσιολογικό άντρα δεν συνάντησαν!
-Δεν ξέρω Ιουλία... η άτυχες, η εύκολες...
Μπορεί να ήταν κι εύκολες. Γιατί όχι; Από δοκιμή σε δοκιμή, από κρεββάτι σε κρεββάτι... κι όλος αυτός ο σαρκασμός γι' αυτά που ζούσαν... Άτυχες, εύκολες, απελπισμένες; Αναρωτιέμαι αν μας πρόσφεραν ποτέ κάτι, η αν καταφέραμε εμείς να τους προσφέρουμε. Και που να βρίσκονται τώρα...
Οι αναφορές στη Νατάσσα σταματάνε όταν όπως έχω σημειωμένο, μπήκε στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό. Η Ιουλία πάλι λέει κάπου προς το τέλος του δικού της -έχοντας αφήσει ένα κενό περίπου δύο χρόνων- , ότι η Μαργαρίτα έφυγε γιά ένα ταξίδι στην Αμερική και δεν ξανάγραψε πιά τίποτα γι αυτήν.
Καταραμένο μυαλό! Μόνο τα πολύ παιδικά μου χρόνια θυμάται πεντακάθαρα κι εκεί δεν υπάρχουν απορίες για να μου τις λύσει!!!
-Ιουλία, έρχεται ο γιός σου!
Ο δικός μου δεν έρχεται συχνά. Ταξιδεύει πολλές φορές το χρόνο στην Αμερική και μερικές φορές περνάνε και δύο μήνες ανάμεσα στις επισκέψεις του. Της Ιουλίας έρχεται πολύ συχνά, σχεδόν μέρα παρά μέρα και πάντα φέρνει κι ένα κουτάκι με σοκολατάκια που μέχρι να ξανάρθει το τσακίζουμε με την Ιουλία.
2046:
... Γιατί ρε Ιουλία έπρεπε να φύγεις πρώτη; Δεν με άφησαν ούτε στην κηδεία σου να έρθω. Λένε ότι το λιγοστό μυαλό που μου είχε απομείνει, το έχασα κι αυτό. Δεν είναι αλήθεια. Εσένα σε θυμάμαι... Έ δωσα στο γιό σου το ημερολόγιό σου. Έρχεται συχνά και με βλέπει. Πολύ καλό παιδί....
2048:
Δέσιμο με τη φούστα της -με την κλασσική έννοια της φράσης-, ποτέ δεν είχε ο Στάθης. Νωρίς κόπηκε ο ομφάλιος λώρος, αφού η Αμερική μόλις τον σπούδασε, του χάρισε και το αμερικάνικο όνειρο, προσφέροντάς του μόνιμη συνεργασία στον χώρο της έρευνας, μέσω του μεγαλύτερου πανεπιστημίου της χώρας. Το άλλο δέσιμο όμως, αυτό που τώρα άφηνε τα δάκρυα να ακολουθούν το δικό τους δρόμο στο πρόσωπό του, δεν κατάφερε ποτέ να το κόψει.
Δεν την έβλεπε συχνά, ήξερε όμως πως ΗΤΑΝ εκεί κι η γνώση της ύπαρξής της, τον γαλήνευε πάντα στις ώρες της καταχνιάς. Τώρα; Περίεργο, αλλά ενώ η πραγματικότητα άλλα του έλεγε, αυτό το "ακαθόριστο" μέσα του, έννοιωθε την παρουσία της γύρω του, όπως πάντα. Α ρε μάνα, πάντα το έλεγες και μάλλον το έκανες: Πάντα δίπλα σου μωρό μου!
Η Φανή ήταν ικανή να λαδώσει και τον Αγιο Πέτρο γιά να πετύχει το σκοπό της... να είναι πάντα ΕΚΕΙ...
Σε τέσσερεις ώρες πέταγε γιά Αμερική και αυτές τις τελευταίες ώρες, επέλεξε να τις περάσει με τον Αλέκο, φίλο παιδικό, γιό της Ιουλίας, κολλητής της μάνας του. Μαζί μεγάλωσαν κι ενώ οι δρόμοι τους διαφοροποιήθηκαν, η φιλία τους παρέμεινε ανέπαφη.
Το ένα λεπτό έτρωγε το άλλο, καθώς μνήμες χόρευαν γύρω από το τραπεζάκι ανάμεσά τους, γεμάτο αποτσίγαρα και μπύρες. Όλη η προσφορά των μανάδων τους, ο συναισθηματικός τους κόσμος, ο σεβασμός και η εκτίμηση των άλλων γι αυτές, πέρασαν σαν ταινία μέσα στο ευρύχωρο σαλόνι της σουίτας του Στάθη.
- Όταν πέθανε η μάνα μου, η Φανή μου έδωσε το ημερολόγιό της, είπε κάποια στιγμή ο Αλέκος.
- Κι η δικιά μου κρατούσε ένα, ψιθύρισε ο Στάθης, μου το έδωσαν από το ίδρυμα...
- Καλά, είχες γνωρίσει ποτέ εσύ αυτές τις φίλες τους, την Μαργαρίτα και τη Νατάσσα; Εγώ ανακάλυψα την ύπαρξή τους όταν διάβασα το ημερολόγιο.
- Μα, ποτέ! Αλλά μάλλον μπορώ να καταλάβω γιατί τις κράτησαν μακρυά μας. Μεγάλες πουτάνες οι κυρίες!!!!!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου